5 πράγματα που πρέπει να ξέρεις για τον Ντέιβιντ Φίντσερ

Τον Σεπτέμβριο ξεκινά ένα αφιέρωμα-masteclass σ’ έναν από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της γενιάς μας. Διάβασε πέντε πράγματα για αυτόν κι απόλαυσε με νέο βλέμμα τα αριστουργήματά του.

Από το «Se7en» και το «Zodiak» μέχρι το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» κι από το «Fight Club» μέχρι την «Απίστευτη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον», ο Ντέιβιντ Φίντσερ αποδεικνύει ένα πράγμα: είναι απόλυτος, ολοκληρωμένος, καινοτόμος καλλιτέχνης. O Φίντσερ δεν έκανε ποτέ την ίδια ταινία (αν κι όλοι οι μεγάλοι σκηνοθέτες ισχυρίζονται ότι πάντα κάνουν την ίδια ταινία). Οι τίτλοι της φιλμογραφίας του μοιράζονται αρκετά κοινά, αλλά ταυτόχρονα πειραματίζονται με νέες φόρμες, διευρύνουν το σπέκτρουμ και το βάθος πεδίου κατανόησης των κινηματογραφικών εργαλείων, καταμαρτυρούν έναν σκηνοθέτη που ρισκάρει, οραματίζεται, ονειρεύεται σε επικό σινεμασκόπ. Πάνω από όλα όμως, οι ταινίες του Φίντσερ αποδεικνύουν έναν δημιουργό με βαθιά γνώση, κατανόηση και καταγραφή της ιστορικής εποχής του.

Επιλέγοντας άξιους συνεργάτες στο σενάριο, ο Φίντσερ αποκεφάλισε το αμερικανικό όνειρο (κι ανατίναξε στους τίτλους τέλους κάθε ελπίδα αναβίωσής του), κατέγραψε ως ένας άλλος Ιερώνυμος Μπος τον εφιαλτικό αντικατοπτρισμό του δυτικού κόσμου, τράβηξε την πρίζα στο απατηλό φωταγωγημένο πέρασμά μας στο νέο μιλένιουμ. Μίλησε με ευφυΐα, γνώση και ταυτόχρονα καμία διάθεση διδακτισμού για τις μεγάλες πολιτικές ιδέες – τον αμερικανικό νεονιχιλισμό («Se7en»), την Αναρχία («Fight Club»), τη χειραγωγούμενη παράνοια («Ζοdiac»), τον φασισμό και την εξάρτησή μας από την κουλτούρα της μετριότητας και των κοινωνικών δικτύων («The Social Network»). Τα έβαλε με το χώρο, το χρόνο, την εικόνα του Εαυτού, την ουσία, την αγάπη, το σώμα, τη ζωή, το θάνατο (το «The Curious Case of Benjamin Button» μπορει να θεωρείται η πιο αδύναμη ταινία του, για μας είναι ο «Πολίτης Κέιν» του). Ακολούθησε τα χνάρια του Χίτσκοκ με το «Gone Girl». Και τώρα με το «Mindhunter» απέδειξε πώς η μκρή οθόνη γίνεται μεγάλη. Τεράστια. Πάνω από όλα, τα έκανε όλα αυτά με ασυμβίβαστα ζοφερό σχόλιο, αλλά και μία ορθάνοιχτη πόρτα στο φως. Αυτό του κινηματογραφικού προβολέα, αυτό που κρύβουμε μέσα μας.

Διαβάστε 5 πράγματα για το σινεμά του Ντέιβιντ Φίντσερ κι απολαύστε το αφιέρωμα-masterclass στο έργο του, τον Σεπτέμβριο στο novacinema 2HD και στο nova on demand.

Ξεκίνησε σκηνοθετώντας βίντεο κλιπ για το MTV: Δεν το ξέρετε, αλλά έχει υπογράψει στα 80ς και στα 90ς μερικά από τα πιο θρυλικά βίντεο κλιπ για μεγάλους ποπ και ροκ σταρ. Παραδείγματα: «Vogue» κι «Express Yourself» της Madonna, «Englishman in New York» του Sting, «Love is Strong» των Rolling Stones, το «Freedom» του Τζορτζ Μάικλ με πρωταγωνίστριες τα top model της εποχής (Σίντι Κρόφορντ, Ναόμι Κάμπελ, Λίντα Ευαγγελίστα, Κρίστι Τέρλινγκτον).

Η υπογραφή του: σκοτεινoί ήρωες, βίαιες ιστορίες, σασπένς, τρόμος. Σκηνοθετικά, χρησιμοποιεί υγρή κινηματογράφηση (με steadycam) για να βουλιάζει το θεατή στην ιστορία του, μονοπλάνα, χαμηλό φωτισμό με παλέτα με πράσινους, μπλέ, ψυχρούς και σάπιους τόνους και διπλά, επαναληπτικά πλάνα. Tα επαναληπτικά, διπλά πλάνα είναι μία μέθοδος που έχει φυσικά χρησιμοποιήσει κι ο άρχοντας του τρόμου, ο Αλφρεντ Χίτσκοκ, για να κατασκευάσει τον ιστό της ανατριχιαστικής ατμόσφαιρας και του σασπένς. Ο θεατής μπορεί να μην το καταλαβαίνει συνειδητά, αλλά η επανάληψη στο στήσιμο των κάδρων, των κινήσεων των ηθοποιών, του φωτισμού είναι μία ψυχολογική χειραγώγηση που οδηγεί σε αβεβαιότητα, ανησυχία, ξετύλιγμα του κουβαριού για το «μαγκάφιν» της υπόθεσης. Σήμα-κατατεθέν οι αριστουργηματικοί τίτλοι αρχής κάθε ταινίας του που είναι έργα τέχνης από μόνοι τους.

Τι είναι το σινεμά: ιστορία ή εικόνα και στιλ; «Οταν έκανα το Fight Club, ένιωθα μια πίεση να δηλώσω το θέμα του για το θεατή, αλλά πλέον έχω αλλάξει. Με ενδιαφέρει περισσότερο μια σαφής αφήγηση με ξεκάθαρους χαρακτήρες, τι χρειάζονται ή σε τι διαφέρουν, κι αισθάνομαι ότι το θέμα ορίζεται από το καστ. Πρέπει να καταλαβαίνεις βαθιά την αφήγηση και τη χρησιμότητα π.χ. μιας σκηνής που εκτυλίσσεται σε 3 λεπτά ή σε 20 δευτερόλεπτα. Παλιά πίστευα ότι μια κινηματογραφική εμπειρία ήταν 50% εικόνα και 50% ήχος και μουσική. Τώρα πιστεύω ότι 25% είναι η εικόνα, 25% ο ήχος και το υπόλοιπο 50% είναι το κοινό. Θα συμπληρώσει τα κενά, θα σε συναντήσει στη μέση. Αν δεν το κάνει, δεν ενδιαφέρεται ακόμα. Αν δεν αφήσεις λίγη από τη δουλειά στο κοινό, τότε είναι απλώς παρατηρητές».

Πάθος με τη λεπτομέρεια. Οταν κάποιος αναφέρεται σε σκηνοθέτες που χρησιμοποιούν ειδικά εφέ και CGI, σίγουρα το μυαλό δεν πάει στον Ντέιβιντ Φίντσερ. Παρόλα αυτά όμως ο Φίντσερ έχει πάθος με την λεπτομέρεια, και αυτό φαίνεται στις ταινίες του, χρησιμοποιώντας τα εφέ ως ένα είδος τελειοποίησης της κινηματογράφησής του χωρίς να θυσιάζει τίποτα από την ιστορία που θέλει να διηγηθεί. Ενα παράδειγμα είναι και στο «Zodiac», στο οποίο ο Φίντσερ χρησιμοποίησε τα εφέ σχεδόν σε κάθε εξωτερική σκηνή για να αποδώσει ένα τέλειο Σαν Φρανσίσκο της δεκαετίας του ‘60. Επίσης, ο Φίντσερ σπάνια χρησιμοποιεί ψεύτικο αίμα στις ταινίες του, προτιμάει πάντα το CGI. Κι έτσι στην σκηνή του μπάνιου στο «The Girl with the Dragon Tattoo», κάθε σταγόνα αίματος είναι ψηφιακό εφέ. Οι ταινίες του στηρίζονται πάντα στις λεπτομέρειες. Οπως οι ήρωές του είναι ντετέκτιβς, ερευνητές παθιασμένοι με τις λεπτομέρειες, το ίδιο κι ο σκηνοθέτης τους και η κινηματογράφησή του. Τα εφέ συνήθως βοηθούν την ιστορία του να προχωρήσει. Ο Φίντσερ καταλαβαίνει πως η τεχνολογία που χρησιμοποιείς είναι πολύ σημαντική. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο την χρησιμοποιείς για να επικοινωνείς με το κοινό σου.

Η σκοτεινή του μουσική: Σήμα κατατεθέν τα σκοτεινά του σάουντρακ (και τα θέματα που συνοδεύουν τους αριστουργηματικούς τίτλους αρχής και τέλους κάθε ταινίας του) Mε τη δυστοπική αισθητική και τη λογική του νουάρ επιλέγει και τους συνθέτες του – από τους Dust Brothers του Fight Club ως τον Τρεντ Ρέζνορ των Nine Inch Nails, τον οποίο οδήγησε και σε μια βράβευση με Οσκαρ το 2010 για το The Social Network. «Μου άρεσε η μουσική των Dust Brothers, μου άρεσε η συνάντησή μας στην οποία τους περιέγραψα τι θα κάναμε και μετά μου έστειλαν το πιο περίεργο demο που έχω λάβει ποτέ, με samples από Yiddish folk. Ήταν σαν εξωγήινοι και θεώρησα ότι αυτό χρειαζόμασταν. Τον Τρεντ τον γνώριζα, είχα χρησιμοποιήσει ένα ρεμίξ του “Closer” στο Seven. Αν έχεις γυρίσει βίντεο κιλπ [σ.σ. όπως ο Φίντσερ στα 90s] ξέρεις την αξία της μουσικής του, αυτή τη δύναμη να γεννά εικόνες μέσα από τις συνθέσεις του. Δεν ήταν τυχαίο, ξέρει να βάζει πράγματα στο κεφάλι σου που θα προτιμούσες να ξεχάσεις. Τον διεκδικούσα για πολλά χρόνια μέχρι το Social Network που δέχτηκε να με ακούσει και μετά τον κυνηγούσα για άλλους 8-9 μήνες. Το αποτέλεσμα της δουλειάς του ήταν κάτι που δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Είναι θαυμάσιος συνεργάτης, θέτει λακωνικά τα ερωτήματά του και βάζει τα πράγματα σε ένα πλαίσιο που σε προκαλεί να ξανασκεφτείς ό,τι νόμιζες ότι είχες καταλάβει. Βλέπεις την ταινία που έχεις γυρίσει ως τότε με τελείως διαφορετικό μάτι».

Πόλυ Λυκούργου